ΤΑΤΙΑΝΑ ΣΠΙΝΑΡΗ-ΠΟΛΛΑΛΗ, Citronne Gallery
Συνέντευξη στην Άννα Γριμάνη
Πώς ξεκινάει η σχέση σας με την Τέχνη
Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη αφετηρία, καθώς η Τέχνη, σε διάφορες μορφές, εγκαθίσταται μέσα μας ως βίωμα αισθητικό και στον καθένα μας ακολουθεί διαφορετικές διαδρομές- καλλιτέχνες, απλοί θεατές, συλλέκτες, επαγγελματίες, δάσκαλοι. Ως πρώτο προσωπικό βίωμα, εντοπίζω τα Ταυροκαθάψια, την νωπογραφία της Κνωσού, την οποία αντίκρισα για πρώτη φορά σε μια οικογενειακή εκδρομή. Αυτό που με συνεπήρε τότε ήταν, κυρίως, η αφήγηση- δηλαδή, η ιστορία που έφερνε μαζί της η εικόνα και ό,τι συμπλήρωσα εγώ με την φαντασία μου. Ακόμη και σήμερα θεωρώ ότι η αφήγηση είναι το πρώτο στάδιο στην ανάγνωση ενός έργου- ακόμη κι αν δεν έχουμε κανένα επιπρόσθετο στοιχείο για τον καλλιτέχνη ή τον χρόνο ή τον τόπο της δημιουργίας του. Η μαγεία έγκειται ακριβώς στο ότι το έργο Τέχνης βρίσκεται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον θεατή ο οποίος το “οικειοποιείται”, ανάλογα με τις ευαισθησίες και τα δικά του βιώματα.
Η γκαλερί πότε δημιουργείται και με τι όραμα
Η ιδέα για την γκαλερί ξεκίνησε από την Βοστώνη, πριν ακόμη εγκατασταθούμε στην Ελλάδα. Σχετίστηκε με το σπίτι μας στον Πόρο, το ισόγειο του οποίου προσέφερε τις δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ίδιο το νησί του Πόρου είναι ιστορικά συνδεδεμένο με καλλιτέχνες, ποιητές και συγγραφείς- το μυθιστόρημα “Λεμονοδάσος” του Κοσμά Πολίτη, το οποίο αναφέρεται στην απέναντι περιοχή, έδωσε το όνομα του στην γκαλερί. Συζητήσεις με τους δικούς μου, με την οικογένεια, με φίλους και συναδέλφους ενθάρρυναν το ξεκίνημα αυτό.
Εξ αρχής, η CITRONNE Gallery αποσκοπούσε να λειτουργήσει ως φορέας πολιτισμικής διαχείρισης, ως Forum και ανταλλαγή εικαστικών ιδεών και απόψεων- δηλαδή, όχι μόνον ως εκθετήριο εποχικό. Προσπαθήσαμε να προσφέρουμε στον Πόρο, το νησί μας, μια άλλη διάσταση. Οι εκθέσεις εκεί, θεματικές, έφερναν στο προσκήνιο σύγχρονα ερωτήματα και προβληματισμούς, η κατανόηση των οποίων είναι δυσχερής ή και αδύνατη. Η Τέχνη, εξ ορισμού υπερβατική, συνδράμει το συναίσθημα και την σκέψη και οξύνει την κρίση. Γίνεται αγωγός ψυχής, “ψυχαγωγία”.
Το 2018 η γκαλερί επεκτάθηκε στην Αθήνα, υιοθετώντας, όμως, μια διαφορετική εικαστική προσέγγιση. Αρχής γενομένης από τον χώρο, ένα αστικό διαμέρισμα του 60 στο Κολωνάκι, η γκαλερί αυτή έχει ανοιχτεί σε νέους καλλιτέχνες οι οποίοι φέρνουν μαζί τους τα νέα ρεύματα της Τέχνης, όπως εκφράζονται μέσα από τις οπτικές τους. Κρατήθηκε η εσωτερική αρχιτεκτονική του χώρου, τα δωμάτια, ώστε να μπορούμε να στήνουμε υπό-ενότητες, ανάλογα με την φύση της εκάστοτε εικαστικής δημιουργίας.
Εάν συνοψίζατε την διαδρομή σας, σε ποια βασικά χαρακτηριστικά της θα την επικεντρώνατε;
Η αφετηρία είναι πάντα οι πανεπιστημιακές σπουδές, καθώς, κατά κάποιον τρόπο, έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί η επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσουμε. Στην Βοστώνη, η διδακτορική μου διατριβή στην Ιστορία της Τέχνης με βοήθησε να συγκεκριμενοποιήσω τις ιδές μου, αλλά και να διευρύνω τις γνώσεις μου. Η Ιστορία της Τέχνης με τους συναρπαστικούς εκπροσώπους κάθε φάσης και κάθε τάσης μού δημιούργησε μια νέα “ταυτότητα” και μου άνοιξε ένα ευρύτατο πεδίο σκέψης και δράσης, θεωρίας και πράξης.
Η πράξη εκφράστηκε μέσα από την διδασκαλία μου στο Boston College. Η ευθύνη την οποία συνεπάγεται η επαφή με τους φοιτητές είναι άλλο ένα δομικό στοιχείο στην διαδρομή μου. Κάθε διάλεξη προϋποθέτει προσεκτική προετοιμασία και πνευματική εργασία· κάθε φοιτητής φέρνει μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο από απορίες, ερωτήσεις, αντιρρήσεις αντανάκλαση της εποχής του. Όλα τα χρόνια που έμεινα στην Βοστώνη, η διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο έστησε το πλαίσιο της ζωής και των επιλογών μου.
Τέλος, η οικογενειακή επιστροφή μας στην Αθήνα και η επακόλουθη δημιουργία της γκαλερί συνιστούν το αποφασιστικό ορόσημο στην προσωπική και επαγγελματική μου πορεία.
Οι καλλιτέχνες που αγαπήσατε με μια ματιά…
Είναι προτιμότερο να μιλούμε για έργα. Ο κάθε καλλιτέχνης έχει την δική του “γλώσσα” με την οποία εκφράζεται. Υπάρχουν έργα που μας μιλούν, που μας συγκινούν με την πρώτη ματιά· άλλα που τα καταλαβαίνουμε λιγότερο· άλλα που χρειαζόμαστε χρόνο για να βρούμε την προσωπική μας ανάγνωση. Σε αυτό το πνεύμα, εκτός από τα αρχικά μου Ταυροκαθάψια στην Κνωσό, μπορώ να αναφερθώ στον Ηνίοχο στους Δελφούς- αλλά και στις Demoiselles d’Avignon του Picasso και στο Mappemonde του δικού μας Γιώργου Λάππα. Το έργο καταξιώνει τον καλλιτέχνη και όχι το αντίθετο.
Έχω συνεργαστεί και εξακολουθώ να συνεργάζομαι αγαστά με όλους σχεδόν τους Έλληνες καλλιτέχνες, εντόπιους και της διασποράς, πάντα με κριτήριο την προσφορά και την απήχηση τους στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Γιάννης Αδαμάκος, Δημήτρης Αναστασίου, Αλεξάνδρα Αθανασιάδη, Στήβεν Αντωνάκος, Κώστας Βαρώτσος, Στηβ Γιανάκος, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Αλέκος Κυραρίνης, Αφροδίτη Λιτή, Χριστίνα Μήτρεντσε, Χρόνης Μπότσογλου, Μυρτώ Ξανθοπούλου, Κωνσταντίνος Ξενάκης, Μαρία Οικονομοπούλου, Νίκος Ποδιάς, Παναγιώτης Τέτσης, Πάνος Χαραλάμπους, Παντελής Χανδρής, Γιάννης Ψυχοπαίδης είναι μερικοί από τους καλλιτέχνες τους οποίους παρουσίασε η γκαλερί- συχνά πλαισιωμένους και από συναφείς εκδηλώσεις γύρω από το έργο τους.
Πόσο σύνθετος είναι…ή δεν είναι ο ρόλος μιας γυναίκας, γκαλερίστα, που συνδυάζει το επιχειρείν και το να προάγει την Τέχνη.
Όλες οι γυναίκες έχουμε πολλαπλούς και σύνθετους ρόλους- όχι μόνον οι γκαλερίστες… Οι δικές μου “συνθέσεις” ξεκινούν από το απροσδιόριστο ωράριο της εργασίας, περιλαμβάνουν υπολογισμούς και προβλέψεις, υπεύθυνες επιλογές, αγαστές και παραγωγικές σχέσεις, κοινωνική παρουσία. Το επιχειρείν προφανώς δεν είναι αγαθοεργία· κάθε επιχείρηση όμως διέπεται από τους δικούς της κανόνες, έχει διαφορετικούς στόχους, απευθύνεται με προσωπικό πρόσημο στην κοινωνία. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την γκαλερί πολύ περισσότερο ως αποστολή. Δουλειά μας είναι να φέρουμε την Τέχνη κοντά στον κόσμο, να προτείνουμε έναν άλλο τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας, να δείχνουμε την υπερβατική δύναμη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η προσπάθειά μου στην γκαλερί εμπνέεται ή και ταυτίζεται περισσότερο με την διδακτική εμπειρία- όσο και αν απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δύο γκαλερί λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και συμπληρωματικά: στον Πόρο ενισχύεται η εντοπιότητα, στην Αθήνα η γκαλερί ανοίγεται στα νέα ρεύματα.
Η προσωπική σας ζωή, οι άνθρωποι σας, περιβάλλουν το έργο σας στον χώρο της Τέχνης;
Χρωστώ πολλά στην οικογένεια μου, στενή και ευρύτερη, η οποία στήριξε εξ αρχής αυτήν την προσπάθεια. Έχω, επίσης, την τύχη να περιβάλλομαι από ένα “επιτελείο” φίλων οι οποίοι με συνδράμουν σε κάθε νέο εγχείρημα, με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας. Ο χώρος της Τέχνης, άλλωστε, χωράει τους πάντες- ακόμη και αν δεν έχουν ειδικά ενδιαφέροντα ή άμεση σχέση με το αντικείμενο. Περιβάλλον μου είναι, ασφαλώς, και οι καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους έχουν καταστεί φίλοι και μόνιμοι συνεργάτες. Η προσωπική μου ζωή, επομένως, κινείται ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο με τον οποίο μοιράζομαι την κοινή αξία της αναζήτησης και της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο.


