ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ Ζέτα Τζιώτη
Η διαδρομή της Ινώς Αφεντούλη συνιστά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που διαμόρφωσε την πορεία του μέσα από τη συνάντηση διαφορετικών κόσμων και εμπειριών. Γεννημένη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον με έντονες ιστορικές και κοινωνικές αναφορές, ανέπτυξε από νωρίς μια ευρύτερη αντίληψη για τον κόσμο και τις δυναμικές του. Η ιδιότητα της Αιγυπτιώτισσας δεν αποτελεί απλώς καταγωγή, αλλά ένα βιωματικό υπόβαθρο που επηρέασε ουσιαστικά τόσο τη σκέψη, όσο και την επαγγελματική της κατεύθυνση.
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες και την Πολιτική Επικοινωνία στα Πανεπιστήμια Paris I-Sorbonne και Paris II, αποκτώντας ισχυρά θεωρητικά εφόδια που συνδύασε δημιουργικά με την πρακτική εμπειρία. Η δημοσιογραφική της σταδιοδρομία ξεκίνησε το 1985 στην εφημερίδα «Αυγή», ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε ως πολιτική συντάκτρια με σημαντικά έντυπα και μέσα ενημέρωσης, όπως «Η Καθημερινή», «Μεσημβρινή», «Εξουσία», το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, τους ραδιοφωνικούς σταθμούς Αθήνα 9,84 και ΣΚΑΪ, καθώς και τον τηλεοπτικό σταθμό STAR. Υπήρξε επίσης αρχισυντάκτρια της ελληνικής έκδοσης του Economist Intelligence Unit κατά την περίοδο 1996–1999.
Από το 2002 έως το 2022 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ, με έδρα τις Βρυξέλλες, αναλαμβάνοντας τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της επικοινωνιακής στρατηγικής της Συμμαχίας για τις χώρες της νότιας Ευρώπης —Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία— καθώς και για χώρες εταίρους στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Η πολυετής αυτή εμπειρία της προσέδωσε βαθιά γνώση των διεθνών σχέσεων, της εξωτερικής πολιτικής και της στρατηγικής επικοινωνίας σε σύνθετα γεωπολιτικά περιβάλλοντα.
Έχει διατελέσει Εκτελεστική Διευθύντρια του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου, γενική γραμματέας του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ελληνίδων Δημοσιογράφων, μέλος διοικητικών συμβουλίων και ιδρυτικό μέλος σημαντικών διακρατικών πρωτοβουλιών, όπως το Ελληνο-Ισραηλινό και το Ελληνο-Τουρκικό Φόρουμ.
Σήμερα κατέχει τη θέση ιδιαίτερης βαρύτητας της Ειδικής Συμβούλου του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο γύρω από κρίσιμα ζητήματα διεθνούς πολιτικής και ευρωπαϊκής προοπτικής.
Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει τις εκδόσεις «Ποια Ευρώπη Θέλουμε» (εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997), «Μάης ’68, Είκοσι Χρόνια Μετά» (εκδ. Οδυσσέας, 1988) και «Διαδρομές με τον Βύρωνα Θεοδωρόπουλο» (εκδ. Ποταμός, 2005), ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων και αναλύσεων σε ελληνικά και διεθνή μέσα. Για την προσφορά της στην προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας τιμήθηκε με το Βραβείο Καλλιγά της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων το 2001 και υπήρξε υποψήφια για το βραβείο «Γυναίκες της Ευρώπης».
Η πορεία της χαρακτηρίζεται από συνέπεια, γνώση και ουσιαστική προσφορά. Με σαφή αντίληψη των διεθνών συσχετισμών και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, συμβάλλει με τρόπο νηφάλιο και τεκμηριωμένο στον δημόσιο διάλογο. Η παρουσία της δεν περιορίζεται στην καταγραφή ή την ανάλυση, αλλά επεκτείνεται στη διαμόρφωση θέσεων και προσεγγίσεων που ενισχύουν την κατανόηση ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου κόσμου.
Στη συζήτησή μας αγγίξαμε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που εκτείνονται από την προσωπική της διαδρομή στη δημοσιογραφία και τις επιρροές που διαμόρφωσαν τη σκέψη της στις διεθνείς σχέσεις, μέχρι τη σημασία της δημόσιας διπλωματίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στη σύγχρονη εποχή. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην πολυετή εμπειρία της στο ΝΑΤΟ και στα διδάγματα που αποκόμισε από τη διαχείριση σύνθετων γεωπολιτικών ζητημάτων, ενώ συζητήσαμε επίσης για τις τρέχουσες ανακατατάξεις στο διεθνές σύστημα, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη θέση της Ελλάδας σε ένα ρευστό περιβάλλον. Τέλος, αναλύσαμε τον ρόλο του ΕΛΙΑΜΕΠ ως δεξαμενής σκέψης, καθώς και τους στρατηγικούς του στόχους για την ενίσχυση του δημόσιου διαλόγου και τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Κυρία Αφεντούλη, ξεκινήσατε τη διαδρομή σας στη δημοσιογραφία σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αλλαγών. Ποια γεγονότα θεωρείτε ότι διαμόρφωσαν τις απόψεις σας στις διεθνείς σχέσεις;
Ξεκίνησα τη δημοσιογραφία το 1983 κάνοντας μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για τα ευρωπαϊκά πράγματα με κυρίαρχη την προσωπικότητα του τότε Γάλλου Προέδρου, Φρανσουά Μιττεράν. Δέσποζε όχι μόνο στη γαλλική πολιτική σκηνή αλλά και την ευρωπαϊκή. Έθετε τους όρους για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια περίοδο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν ένας άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Ζακ Ντελόρ.
Η σκηνή που ο Μιττεράν χέρι-χέρι με τον Κολ αποτίουν φόρο τιμής στους πεσόντες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στο Βερντέν ήταν συγκλονιστική ως παράδειγμα συμφιλίωσης δύο χωρών με χιλιάδες θύματα στους δύο παγκόσμιους πολέμους.
Θα έλεγα ωστόσο ότι πέραν της γαλλικής μου εμπειρίας, που έχει επηρεάσει τον τρόπο σκέψης μου, καθοριστική στιγμή ήταν η πτώση του τείχους του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1989 και όσα επακολούθησαν. Βρισκόμουν πάλι στο Παρίσι για μια αποστολή και το δελτίο των 8 ήταν για μένα ένα must όποτε ανοίγω την τηλεόραση και παρακολουθώ ζωντανά τα γεγονότα. Προβληματίστηκα αν θα έπρεπε να μπω στο τραίνο και να πάω αλλά επικράτησαν συνετότερες σκέψεις. Εκείνη τη μέρα όμως ήταν καθαρό πως γράφεται ιστορία. Όπως και σήμερα με όσα ζούμε είναι πάλι πολύ έντονη η αίσθηση που έχω πως γράφεται ιστορία.
Πώς επηρέασε η εμπειρία σας ως δημοσιογράφος τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε σήμερα την ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής;
Η δημοσιογραφική μου εμπειρία καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον τρόπο ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων. Ο δημοσιογράφος έχει άμεση επαφή με τα γεγονότα αλλά συχνά και με τους πρωταγωνιστές τους όποτε η προσέγγιση του είναι, πιστεύω, πολύ πιο ρεαλιστική και γόνιμη. Οι θεωρητικοί χωρίς να υποτιμώ τη δουλειά τους συχνά δεν μπορούν προσεγγίσουν τα γεγονότα με την ίδια αμεσότητα και διεισδυτικότητα.
Η πορεία σας συνδυάζει δημοσιογραφία, πολιτική ανάλυση και διεθνείς οργανισμούς. Ποια από αυτές τις εμπειρίες υπήρξε πιο καθοριστική;
Η εμπειρία που με οδήγησε στην επαγγελματική ωριμότητα ήταν η θητεία μου για δύο δεκαετίες σε έναν οργανισμό πολυεθνικό, το ΝΑΤΟ, όπου οι δεξιότητες που έπρεπε να αναπτύξω ήταν ένας συνδυασμός διπλωματίας και επικοινωνίας.
Για να το πετύχω έπρεπε να αφήσω στην άκρη την παρορμητικότητα, στοιχείο του δημοσιογράφου, και να καλλιεργήσω έναν τρόπο σκέψης και δράσης σε πολλά επίπεδα και βάθος ώστε να είναι αποτελεσματική η συνεργασία μου με άτομα, φορείς, κυβερνήσεις πολύ διαφορετικής προέλευσης.
Εργαστήκατε για πολλά χρόνια στο NATO στη διεύθυνση δημόσιας διπλωματίας. Ποια ήταν τα βασικά διδάγματα από αυτή την περίοδο;
-Η δημόσια διπλωματία, μια έννοια όχι τόσο κατανοητή ούτε αναπτυγμένη στην Ελλάδα, είναι η δραστηριότητα που αφορά στην καλλιέργεια της εικόνας αλλά και διάχυσης των προτεραιοτήτων ενός διεθνούς οργανισμού καθώς και μιας χώρας σε διεθνή ακροατήρια.
Στην περίπτωση των χωρών είναι ενδεχομένως πιο απλή δραστηριότητα την οποία επιτελούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές. Στην περίπτωση των διεθνών οργανισμών, όπως το ΝΑΤΟ, ο ΟΗΕ, η ΕΕ η διαδικασία εκπόνησης δημόσιας διπλωματίας και ανάπτυξης της γίνεται πιο σύνθετη λόγω του πολυεθνικού τους χαρακτήρα καθώς πρέπει να εκφράζει τις χώρες-μέλη.
Πώς άλλαξε η αντίληψη της δημόσιας διπλωματίας μέσα στα χρόνια που εργαστήκατε στον οργανισμό;
-Η δημόσια διπλωματία και γενικότερα η επικοινωνία των διεθνών οργανισμών αλλά και των κρατών έχουν υποστεί επαναστατικές αλλαγές τα τελευταία είκοσι χρόνια λόγω της «εισβολής» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη δημόσια σφαίρα.
Από την προσωπική επικοινωνία που ήταν κυρίαρχη πριν, περάσαμε στη μαζική ηλεκτρονική επικοινωνία και την αποδοχή ή απόρριψη μηνυμάτων και θέσεων σε χρόνο μηδέν. Πρόκειται για μεγάλη πρόκληση ειδικότερα σε μια εποχή που η αξιοπιστία διεθνών φορέων εμφανίζει κάμψη.
Η επόμενη τεράστια πρόκληση θα είναι η επικράτηση της τεχνητής νοημοσύνης στην επικοινωνία χωρών και οργανισμών όπου όποιος διαθέτει τα ισχυρότερα μέσα θα μπορεί με μεγάλη ευκολία να επηρεάσει εκατομμύρια αποδεκτών.
Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, πώς θεωρείτε ότι επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη;
Μπορούμε να μιλάμε για ΝΑΤΟ πριν και μετά την Ουκρανία. Οι χώρες της Συμμαχίας ανταποκρίθηκαν με μεγάλη αποτελεσματικότητα υποστηρίζοντας στρατιωτικά το Κίεβο, αλλά έμμεσα και την επικράτειά τους. Αν δεν το είχαν κάνει, και η Ουκρανία θα είχε ηττηθεί και η ασφάλεια των χωρών μας θα είχε σοβαρά κινδυνεύσει.
Πώς μπορεί μια μικρή ή μεσαία χώρα, όπως η Ελλάδα, να αξιοποιήσει καλύτερα τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς;
Η Ελλάδα θα έπρεπε να αξιοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς με ενεργητική διπλωματία και συμμετοχή σε δράσεις που αφορούν τις χώρες που θέλουμε να έχουμε στο πλευρό μας.
Βλέπουμε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για την ευρωπαϊκή ασφάλεια τα επόμενα χρόνια;
Στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία τίποτε δεν είναι δεδομένο. Βεβαιότητες του παρελθόντος ανατρέπονται. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηριζόταν επί 80 χρόνια στην ύπαρξη του ΝΑΤΟ, στον ισχυρό δεσμό ΗΠΑ-Ευρώπης.
Εάν αυτός ο δεσμός κλονισθεί – και ήδη αυτή την απειλή επισείει ο πρόεδρος Τραμπ- οι ευρωπαϊκές χώρες είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή σε βαθμό ανάλογο αυτού της Ουκρανίας.
Επομένως, όπως ήδη έχουν ξεκινήσει, πρέπει να οργανώσουν την ευρωπαϊκή άμυνα με ορίζοντα τη μειωμένη παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Χρειάζεται ένα βελούδινο διαζύγιο, οτιδήποτε άλλο θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για την ήπειρο μας.
Πώς επηρεάζουν οι νέες διεθνείς ισορροπίες τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο;
Οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν την ασφάλεια και της χώρας μας. Η Ελλάδα από το 1974 μέχρι σήμερα στηριζόταν αφενός στη σχέση της με τις ΗΠΑ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων με την Τουρκία και αφετέρου στην ένταξη της στην ΕΕ για την οικονομική της σταθερότητα και τη συμμετοχή της σε ένα ισχυρό κλαμπ χωρών που λειτουργούσε και ως ασπίδα προστασίας έναντι της γείτονος.
Τα τελευταία χρόνια προστέθηκε και η ισχυρή σχέση με το Ισραήλ που δημιουργεί όρους στρατηγικής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλά καθώς η κατάσταση στην περιοχή είναι πολύ ρευστή, επιβάλλεται έξυπνη και πολυμερής διπλωματία με όλες τις χώρες της περιοχής.
Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος του ΕΛΙΑΜΕΠ στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας;
Το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) στο δυναμικό του οποίου ανήκω από την αρχή της χρονιάς, είναι η μόνη ελληνική δεξαμενή σκέψης με διεθνή αναγνωρισιμότητα, δικτύωση και παρουσία.
Η συμβολή του στην προβολή της χώρας και στην άσκηση δημόσιας διπλωματίας έχει υπάρξει διαχρονικά εξαιρετικά σημαντική. Οι δεξαμενές σκέψης αποτελούν έναν πολύ σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας διεθνώς για τη διαμόρφωση θέσεων πολιτικής που επηρεάζουν τόσο τα κράτη όσο και τους διακρατικούς και διεθνείς οργανισμούς. Είναι φυτώρια ιδεών, φόρα ανταλλαγής απόψεων σε ανεπίσημο επίπεδο που ωστόσο μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για υιοθέτησή τους σε επίσημο επίπεδο.
Είναι επομένως απολύτως αναγκαίο για μια χώρα μικρή, όπως η Ελλάδα, να αξιοποιεί όλες αυτές τις δυνατότητες προώθησης των θέσεων της.
Ποιοι είναι οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι του ΕΛΙΑΜΕΠ για τα επόμενα χρόνια;
Το Παρατηρητήριο Γεωπολιτικής και Διπλωματίας αποτελεί μια νέα στρατηγική πρωτοβουλία του ΕΛΙΑΜΕΠ με στόχο τη συστηματική ανάλυση των διεθνών και περιφερειακών μεταβολών που επηρεάζουν τη θέση, το αποτύπωμα ισχύος και τις στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η πολυμέρεια υποχωρεί και η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνεται, το Παρατηρητήριο φιλοδοξεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης «υψηλής στρατηγικής» για την ελληνική εξωτερική πολιτική, μέσα από τεκμηριωμένες αναλύσεις και εφαρμόσιμες προτάσεις πολιτικής. Η προσπάθεια αυτή θα ενισχυθεί μέσω της ενεργού συμμετοχής μιας νέας γενιάς επιστημόνων, οι οποίοι, σε συνεργασία με το έμπειρο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό του ΕΛΙΑΜΕΠ, θα μελετούν τις σημαντικές διεθνείς αλλαγές και θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση ρεαλιστικών προτάσεων πολιτικής.
Πώς σκοπεύει το ΕΛΙΑΜΕΠ να ενισχύσει τον δημόσιο διάλογο γύρω από τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα;
Το μεγαλύτερο στοίχημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα είναι να διέλθει με εσωτερική σύμπνοια και σταθερότητα την πολύ δύσκολη περίοδο αλλαγών που θα οδηγήσει σε μια νέα διεθνή ισορροπία.
Θα πρέπει να συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση της νέας ισορροπίας δυνάμεως στην Ευρώπη και να επιδιώξει τη σύγκλιση και όχι τη σύγκρουση με τις χώρες της περιοχής.


